ἐφελκυστικός

ἐφελκ-υστικός, ή, όν,
A drawing on, attractive,

τᾶς ψυχᾶς Hippod.

ap. Stob.4.1.94;

τὸ ε ¯ . . γίνεται ἐ. τοῦ ν ¯ Choerob. in Theod.2.38

, cf. EM431.22, Eust.52.22. Adv. -κῶς Sch.Luc.VH 2.25.
II in later Gramm., [voice] Pass., attracted, suffixed,

τὸ ν ¯ ἐφελκυστικὸν γίνεται EM438.50

, cf. Sch.D.T.p.465 H.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ἐφελκυστικός — drawing on masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εφελκυστικός — ή, ό (ΑΜ ἐφελκυστικός, ή, όν) [εφελκύω] 1. αυτός που έλκει, που σύρει προς το μέρος του 2. φρ. «εφελκυστικό ν» το ευφωνικό ν («τὸ ν ἐφελκυστικόν ἐστιν ἐν τῷ τρίτῳ προσώπῳ», Μέγα Ετυμολογικόν) 3. μτφ. αυτός που δημιουργεί σημείο προσέγγισης. επίρρ …   Dictionary of Greek

  • ἐφελκυστικά — ἐφελκυστικός drawing on neut nom/voc/acc pl ἐφελκυστικά̱ , ἐφελκυστικός drawing on fem nom/voc/acc dual ἐφελκυστικά̱ , ἐφελκυστικός drawing on fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐφελκυστικόν — ἐφελκυστικός drawing on masc acc sg ἐφελκυστικός drawing on neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐφελκυστικαί — ἐφελκυστικός drawing on fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐφελκυστικοί — ἐφελκυστικός drawing on masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐφελκυστικοῦ — ἐφελκυστικός drawing on masc/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐφελκυστικῆς — ἐφελκυστικός drawing on fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐφελκυστικῶς — ἐφελκυστικός drawing on adverbial …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Phoneme ephelcystique — Phonème éphelcystique Un phonème éphelcystique (du grec ἐφελκυστικός, « attiré à la suite ») est, en phonétique, un phonème la plupart du temps une consonne ajouté à la fin d un morphème ou d un mot (c est dans ce cas une paragoge) pour …   Wikipédia en Français

  • Phonème de liaison — Phonème éphelcystique Un phonème éphelcystique (du grec ἐφελκυστικός, « attiré à la suite ») est, en phonétique, un phonème la plupart du temps une consonne ajouté à la fin d un morphème ou d un mot (c est dans ce cas une paragoge) pour …   Wikipédia en Français

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.